Χρονοντούλαπο:

Contact via email

Just the two of us........... Από το Blogger.
Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

PostHeaderIcon Η μουσική βιομηχανία ψυχορραγεί..

 
Στις αρχές Φεβρουαρίου, η ποπ και ροκ μουσική έζησε μια πρώιμη άνοιξη στη Βρετανία. Αντιπροσωπεύοντας την ποπ συνιστώσα, οι Take That στέφθηκαν ως το καλύτερο βρετανικό συγκρότημα, έπειτα από μια παράσταση που, κυριολεκτικά, τους «έβγαλε απ’ τα ρούχα τους». Λίγο αργότερα, οι σοβαροί ρόκερ είχαν την τιμητική τους καθώς τους δόθηκε η ευκαιρία να «κατεβάσουν» το «The King of Limbs», το τελευταίο άλμπουμ των Radiohead, κατευθείαν από την ιστοσελίδα του συγκροτήματος, με ελάχιστο αντίτιμο έξι στερλίνες (περίπου επτά ευρώ).

Ωστόσο, κάτω από τη λάμψη και παρά τον ενθουσιασμό για την «ψηφιακή επανάσταση», η μουσική βιομηχανία –όπως αντιπροσωπεύεται από τις μεγάλες δισκογραφικές– αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Οι πωλήσεις έπεσαν κατά 7% πέρυσι στη Βρετανία και σχεδόν 10% στις ΗΠΑ, τη μεγαλύτερη μουσική αγορά στον κόσμο. Δύο από τις τέσσερις μεγάλες εταιρείες, η Sony και η Warner Music, παραδέχτηκαν ότι οι πωλήσεις τους πριν από τα Χριστούγεννα έπεσαν κατά 10% και 14% αντίστοιχα.
Αλμπουμ της χρονιάς
Εχει περάσει μια δεκαετία αφότου η πειρατεία και η άφιξη των iTunes –που κατέστρεψαν την έννοια του άλμπουμ προς όφελος των «σινγκλ» τραγουδιών, που οι νεαροί μουσικόφιλοι μπορούν να «κατεβάζουν» από το ίντερνετ–, όμως η μουσική βιομηχανία δεν έχει βρει τίποτα για να αναπληρώσει τις χαμένες πωλήσεις των CD. Μπορεί το «The Suburbs» των Arcade Fire να ανακηρύχθηκε το καλύτερο άλμπουμ της χρονιάς στα βραβεία Γκράμι και να κέρδισε το διεθνές βραβείο για άλμπουμ στα Brits Awards πριν από λίγες εβδομάδες, αλλά έχει πουλήσει μόνο 1,4 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. «Γυρίστε το ρολόι λίγα χρόνια πριν, και θα είχε πουλήσει 4 με 5 εκατομμύρια», λέει ο Σκοτ Ρότζερ, ο Καναδός μάνατζερ του indie rock συγκροτήματος.
Η μουσική βιομηχανία έχει μείνει η μισή σε μέγεθος από τον καιρό του απογείου των πωλήσεων CD, όταν το άλμπουμ των NSync «No Strings Attached» πουλούσε πάνω από 10 εκατομμύρια αντίτυπα το 2000. Πολλοί ήλπιζαν ότι μια μέρα οι ψηφιακές πωλήσεις θα αναπτύσσονταν όπως οι πωλήσεις των CD –οι «φυσικές» πωλήσεις όπως τις αποκαλούν– και θα τις ισοφάριζαν. Ωστόσο, στις ΗΠΑ, όπου ξεκινούν όλες οι τάσεις στον χώρο της μουσικής βιομηχανίας, οι ψηφιακές πωλήσεις από το downloading έμειναν σχεδόν στάσιμες, σημειώνοντας αύξηση μόλις 1% το 2010.
Η κουλτούρα του δισκοπωλείου
«Η δισκογραφική βιομηχανία είναι τώρα σε πολύ δύσκολη θέση», λέει ο βετεράνος πολιτικός τραγουδιστής Billy Bragg, ο οποίος αγωνίζεται για τα δικαιώματα των καλλιτεχνών μέσα από την οργάνωση Featured Artistis Coalition. «Εν μέρει τα προβλήματα αυτά τα δημιούργησε η ίδια η βιομηχανία, αλλά το αποτέλεσμα είναι ότι δεν υπάρχει πια, για παράδειγμα, η κουλτούρα του δισκάδικου, που αποδείχτηκε τόσο σημαντική για το ξεκίνημα τόσων μουσικών». Και δεν είναι μόνο τα μικρά δισκάδικα που υποφέρουν –μετά την πτώση μεγάλων αλυσίδων όπως τα Woolworths και Zavvi, ακολουθούν τα προβλήματα στο HMV, που πρόσφατα έκανε γνωστό ότι αναγκάζεται να κλείσει 60 καταστήματα εξαιτίας της μείωσης κερδών που προκάλεσε η πτώση των χριστουγεννιάτικων πωλήσεων.
Κι όμως, παρά τη σταθερή πτώση των πωλήσεων, υπάρχουν πολλοί στη μουσική βιομηχανία που παραμένουν, αν όχι αισιόδοξοι, πάντως με ελπίδες.
Ενώ οι Take That, με τον Ρόμπι Ουίλιαμς, είναι ένα από τα ελάχιστα συγκροτήματα που μπορούν ακόμα να πουλάνε μεγάλο αριθμό CD –εν μέρει επειδή, όπως διαπίστωσε η Universal Music, η βάση του κοινού τους είναι μεγαλύτερης ηλικίας και χαμηλού εισοδήματος γυναίκες, που προτιμούν τα CD από το διαδικτυακό «κατέβασμα» – εκείνοι που δείχνουν προς το ψηφιακό μέλλον είναι οι Radiohead.
The King of Limbs
Οι πειραματισμοί των Radiohead
Οι Radiohead κυκλοφόρησαν το «The King of Limbs» ως ψηφιακό download στις 18 Φεβρουαρίου –το δεύτερο άλμπουμ τους αφότου έφυγαν από την ΕΜΙ το 2007, μετά την άρνηση της εταιρείας να τους παραχωρήσει τον έλεγχο των πνευματικών δικαιωμάτων των πρώτων έξι άλμπουμ τους– ανάμεσά τους το καθοριστικό για την καριέρα τους OK Computer. Το πρώτο άλμπουμ τους ως ανεξάρτητης μπάντας, το «In Rainbows», πωλήθηκε μέσω ενός «honesty box» («κουτί τιμιότητας») όπου οι «πελάτες» μπορούσαν να συνεισφέρουν όποιο ποσόν ήθελαν –αλλά είχε καθοριστεί τιμή 6 λιρών για το «κατέβασμα» ενός MP3 και 9 λίρες για «φάκελο WAV υψηλότερης ποιότητας».
Μίνιμουμ τιμή
Ο μάνατζερ του γκρουπ Κρις Χάφορντ περιέγραψε τη νέα τιμολογιακή στρατηγική ως μια «λογική εξέλιξη» από το honesty box, αλλά οι Radiohead φαίνεται να πιστεύουν ότι η πολιτική της μίνιμουμ τιμής είναι ιδεώδης. Επιπλέον, επιβεβαιώνοντας και πάλι την παρακμή του CD, το «The King of Limbs» προγραμματίστηκε να κυκλοφορήσει σε «φυσική» μορφή έπειτα από μερικές εβδομάδες –σε μια σπέσιαλ έκδοση που περιλαμβάνει ένα CD, δύο δίσκους βινυλίου 10 ιντσών και ένα σετ καλλιτεχνικού υλικού, που θα πωλούνται στην τιμή των 33 στερλινών (38,3 ευρώ).
Η τακτική των Radiohead δεν μπορεί να λειτουργήσει για όλους τους καλλιτέχνες –ένας νικητής του X Factor δεν είναι πιθανό να μπορεί να πουλήσει άλμπουμ των 33 λιρών– αλλά για να επιτύχουν στη νέα αρένα οι καλλιτέχνες πρέπει να εναγκαλιστούν οποιαδήποτε μορφή διαδικτυακού μάρκετινγκ θεωρούν κατάλληλη, και οι δισκογραφικές εταιρείες ξέρουν ότι πρέπει να προσαρμοστούν.
Στη νέα εποχή, η ψηφιακή σχέση έχει αποκτήσει κρίσιμη σημασία καθώς οι λιανοπωλητές καταρρέουν. Ο Τόνι Γουόντσγουορθ, επικεφαλής της ΒΡΙ, του επιμελητηρίου των δισκογραφικών, είπε: «Πριν από δέκα χρόνια το μόνο που κάναμε ήταν να κατασκευάζουμε πλαστικό και να το πουλάμε στα καταστήματα δίσκων. Τώρα, σ’ έναν κλάδο όπου πάνω από το ένα τέταρτο των πωλήσεων είναι ψηφιακές, χρειαζόμαστε έναν πολύ ευρύτερο συνδυασμό τρόπων για να κερδίζουμε χρήματα».
Νέες πηγές εσόδων
Πολλοί πιστεύουν ότι οι μουσικές συνδρομητικές υπηρεσίες, όπως το Spotify στην Ευρώπη και η Pandora στις ΗΠΑ, μπορούν να γεννήσουν νέες, σημαντικές πηγές εσόδων. Το Spotify έχει πάνω από 500.000 πελάτες στην υπηρεσία του όπου πληρώνεις 12 ευρώ τον μήνα για να ακούς ό, τι θέλεις, αλλά αυτή η επιχείρηση των 70 εκατομμυρίων ευρώ τον χρόνο είναι ακόμα αρκετά μικρή σε σύγκριση με τον δισκογραφικό κλάδο που απέφερε 20 δισεκατομμύρια παγκοσμίως το 2009, την τελευταία χρονιά για την οποία υπάρχουν στοιχεία. Στο μεταξύ, άλλες υπηρεσίες, όπως το Sky’s Songs και το Comes With Music της Nokia, που στόχευε στους τηλεφωνικούς πελάτες, έχουν αποτύχει. Ετσι, η δημιουργία μιας μαζικής συνδρομητικής αγοράς δεν είναι ακόμα εξασφαλισμένη.
Ρίσκο η ανεξαρτησία
Είναι σίγουρο ότι, στο νέο περιβάλλον, η μουσική βιομηχανία πολώνεται ανάμεσα σε καλλιτέχνες που προωθούνται από τις εταιρείες μέσω τηλεόρασης και εκείνους που ρισκάρουν για να διατηρήσουν την καλλιτεχνική τους αξιοπιστία. Και τα ανεξάρτητα γκρουπ είναι αυτά που πρέπει να δείξουν μεγαλύτερη οξυδέρκεια στη ναυπήγηση μέσα στο ταραγμένο πέλαγος του εμπορικού συστήματος.
Οι Arcade Fire, για παράδειγμα, επένδυσαν δικά τους χρήματα στους πρώτους τους δίσκους –με αποτέλεσμα το συγκρότημα να είναι σε ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση όταν οι μεγάλες δισκογραφικές ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτούς. Ο μάνατζέρ τους, Σκοτ Ρότζερ, λέει: «Οταν πουλάμε ένα εκατομμύριο μονάδες, αποκομίζουμε εισόδημα ισοδύναμο προς εκείνο που θα αποκόμιζε μια μπάντα που έχει κάνει παραδοσιακή δισκογραφική συμφωνία αν πουλούσε 5 εκατομμύρια αντίτυπα».
Ακόμα και καθιερωμένα ονόματα αναρωτιούνται για τις αξίες στη νέα μουσική οικονομία. «Πρόσφατα ηχογράφησα έξι καινούργια τραγούδια», λέει ο Μπίλι Μπραγκ, «και τα έδωσα δωρεάν μέσα από την ιστοσελίδα μου. Εν τω μεταξύ, έχω τέσσερις διαφορετικούς τύπους T-shirt, που τα πουλάω για 20 δολάρια κάθε φορά που τα ζητούν μέσω e-mail. Πρέπει να πω ότι συχνά αναρωτιέμαι τι είδους δουλειά κάνω».


πηγή

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Του καιρού...

Θεσσαλονίκη

BlogUp Us!

Follow by Email

Follow my blog with bloglovin