Χρονοντούλαπο:

Contact via email

Just the two of us........... Από το Blogger.
Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

PostHeaderIcon Ντέρτι νάιτς...


ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΜΥΡΤΩ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ


Την ώρα που όλα αλλάζουν γύρω μας, κάποιες βαθιά ελληνικές συνήθειες προσπαθούν να επιβιώσουν. Στους καιρούς της κρίσης το σκηνικό στην ελληνική φανταχτερή νύχτα αλλάζει. Με μικρότερους μισθούς, φοιτητικές προσφορές και μόνο για δύο βραδιές την εβδομάδα, ο καημός των «μπουζουκιών» προσπαθεί να προσαρμοστεί στις μέρες του ΔΝΤ. 


Αργά τη νύχτα η μουσική σταματά για λίγο, στα διαστήματα ανάμεσα στο τρίτο, στο δεύτερο και στο πρώτο όνομα της πίστας. Είναι η ώρα που ανεβαίνει η ένταση του φωτισμού, όχι τόσο ώστε να φανούν οι ενοχλητικές ατέλειες που θα χαλάσουν τη βραδιά, αλλά τόσο ώστε να προχωρήσουν οι διαδικασίες: Για να αλλάξουν τσέπες τα λεφτά, για να βρεθεί κάποιος χαμένος αναπτήρας, για να σερβιριστούν οι φιάλες και κυρίως για να ανταλλάξουν βλέμματα οι ενδιαφερόμενοι. Σύντομα η μουσική θα ακουστεί ξανά, βυθίζοντας το μαγαζί σε μια έκσταση που ένα αποστασιοποιημένο μάτι θέλει χρόνο για να συνηθίσει. Αν όμως ο ήχος έκλεινε εντελώς, αν ήταν ταινία ή ντοκυμαντέρ και υπήρχε η δυνατότητα σιωπηλής παρακολούθησης των πεπραγμένων, το αποτέλεσμα θα είχε ενδιαφέρον. Εκείνη τη στιγμή της ιεροτελεστίας, όταν δεκάδες χέρια σηκώνονται με αδιανόητο πάθος σε ένα σκηνικό που θυμίζει κάτι ανάμεσα σε πολιτική συγκέντρωση και παγανιστική τελετή, την ώρα του λυπητερού ρεφρέν, όταν οι άνδρες κάνουν τραγικά λάθη χορεύοντας τσιφτετέλια και οι γυναίκες προσπαθούν να μιμηθούν ό,τι έχουν δει στην τηλεόραση χορεύοντας ζεϊμπέκικο, όταν ο ερωτισμός γίνεται άγριος και το ποτό ξεχειλίζει στα ποτήρια, αν δεν ακουγόταν η μουσική, κάτι πολύ περίεργο θα φαινόταν στο κάδρο. Μια πρωτόγονη τελετή, ένα θεατρικό έργο, ίσως κωμωδία, ίσως χορευτικό, ίσως τραγωδία. Σίγουρα, πάντως, κάτι δυναμικό.


Η νύχτα στα μπουζούκια, ακόμη και (ή ίσως ειδικά) σε καιρό κρίσης είναι άγρια. Είναι πιο φτωχή, εξακολουθεί να παριστάνει τη φανταχτερή, δεν έχει τα λούσα του παρελθόντος, αλλά πετυχαίνει τον στόχο της: Να «καίει» τους καημούς της με απλούς, στοχευμένους στίχους. Μπορεί να το κάνει μόνο για περιορισμένες εμφανίσεις, μόλις για δύο ημέρες την εβδομάδα πλέον, και αυτό σε τιμή ευκαιρίας με τα φοιτητικά πακέτα και τις προσφορές να μαζικοποιούν την κατάσταση, αλλά ξεδίνει με το ίδιο κέφι. Ή με την ίδια απόγνωση. Οπως το πάρει κανείς.

Οι στίχοι βοηθάνε. Η απλότητά τους είναι πάντα αφοπλιστική. Συνήθως ακολουθούν μια σειρά που κάνει όποιον είναι ελάχιστα συγκεντρωμένος την ώρα της κορύφωσης να βρίσκει την αλληλουχία του στίχου ακόμη και αν δεν τον ξέρει. Αρκεί το μίνιμουμ της σκέψης συνήθως: Η λέξη «ταίρι» συνήθως ακολουθεί τη φράση «το ξέρει» στην επόμενη στροφή. Το «αγαπώ», το «να σ’ το πω». Το «πονάω» το «αγαπάω». Τα «μάτια», όπως είναι προφανές και στους πιο άμουσους, συνδυάζονται με τα «δάκρυα». Το «αλήτη» με το «σπίτι». Η «πιτσιρίκα» με το «γλύκα». Το «οδηγώ» με το «παραμιλώ». Η λίστα είναι ατελείωτη, μελωμένη, λυρική και απεγνωσμένη.

Οι στίχοι των τραγουδιών είναι φτιαγμένοι από απλά υλικά, αλλά ο στόχος τους είναι έντονα διεισδυτικός, τόσο που η μεγαλύτερη σχολή μάρκετινγκ θα έπρεπε να πάρει παραδείγματα: Είναι απλοί αλλά εύστοχοι, καθώς κατευθύνονται με δύναμη – και με τη βοήθεια του αλκοόλ – προς το βαθύ θυμικό των ακροατών. Αν είσαι ερωτευμένος, νομίζεις ότι κάθε στίχος μιλάει για σένα, κάθε καημός, κάθε στεναγμός του τραγουδιστή έχει βγει για να γίνει το σάουντρακ της δικής σου απόγνωσης. «Ακόμη και αν δεν είσαι, μάλλον το νιώθεις» ομολογεί η Νάντια Πατέρα, το πρωί καθηγήτρια και το βράδυ τραγουδίστρια στα μπουζούκια. «Οχι για τα λεφτά. Για το μεράκι του τραγουδιού». Και κάπως έτσι η ζωή συνεχίζεται με ατελείωτο καημό, πόνο, εκδίκηση, πάθος, ζήλια και μια αγέρωχη λεβεντιά.

Γιατί στα μπουζούκια οι ρόλοι είναι ξεκάθαροι. Ο άνδρας αφήνει πίσω του την μπερδεμένη metrosexual ταυτότητά του, ακόμη και αν το κοστούμι πλέον δεν είναι προαπαιτούμενο για να μπεις στα μπουζούκια. «Παλιά, για να περάσεις απέξω, έπρεπε να ήσουν καλοντυμένος σε υπερβολικό βαθμό» θυμάται ο Νίκος, φωτογράφος σε νυχτερινά μαγαζιά τα τελευταία δέκα χρόνια, ο οποίος φορά αθλητικά παπούτσια, που μάλλον είναι «το νέο κοστούμι». Οι γυναίκες όμως είναι προσεκτικές, φοράνε μόνο τακούνια γιατί κάπως έτσι τονίζεται η θηλυκότητα. Θηλυκότητα και αυτοπεποίθηση ενός πλάσματος που ξέρει πώς να λικνίζεται αγέρωχα την ώρα που γλαρωμένα από το ουίσκι βλέμματα την περιβάλλουν ερωτικά. Γιατί το ουίσκι είναι εκεί. Μόλις μπαίνεις, όσο και αν εκσυγχρονίζεται το μέρος, όσα αρωματικά μαντιλάκια και να μοιράζονται στις hi-tech τουαλέτες, όσο και να πλανιέται ο καπνός από το τσιγάρο που δεν περιορίστηκε από τον αντικαπνιστικό νόμο, αλλά μόνο από την πιο έντονη, ανταγωνιστική, μυρωδιά των πούρων, η οσμή που κυριαρχεί είναι αυτή που βγαίνει από ένα ανοιγμένο μπουκάλι ουίσκι. Με παρελκόμενα ασφαλώς, ειδικά τώρα που οι τιμές πέφτουν.

Η τιμή έχει προσαρμοστεί στην εποχή. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η κράτηση έχει αλλάξει, με το παραδοσιακό τηλεφώνημα ή το τσαλακωμένο χαρτονόμισμα στο ιδρωμένο χέρι του μετρ για την εξασφάλιση του καλύτερου τραπεζιού να δέχεται επίθεση από την τεχνολογία. Το kleisetrapezi.gr, ένα site που δείχνει από το όνομα τις διαθέσεις του, είναι μια ακμάζουσα αυτόνομη επιχείρηση που αναλαμβάνει να γεφυρώσει τον ψηφιακό κόσμο με τη ζωή των μπουζουκιών. Ενας εκ των ιδιοκτητών του, ο Παναγιώτης Τζιώτης, εξηγεί το κλίμα στις πίστες της επικράτειας: «Το site έχει φτάσει στις 4.500 μοναδικούς επισκέπτες. Κάθε Σαββατοκύριακο γίνονται περίπου 600 κρατήσεις μέσω του site, για όλη την Ελλάδα. Οι τιμές είναι πεσμένες σε σχέση με το παρελθόν. Παλαιότερα η φιάλη έφτανε περίπου στα 200 ευρώ. Τώρα έχει φτάσει κατά μέσον όρο τα 150 ευρώ, διά τέσσερα. Η πτώση είναι δραματική, ειδικά τον τελευταίο χρόνο: Μέχρι πέρυσι στις γιορτές υπήρχαν μαγαζιά που χρέωναν κατά μέσον όρο 80 ευρώ στον κάθε πελάτη. Πλέον αυτές οι τιμές είναι απλώς αστείες, δεν υπάρχει περίπτωση κανείς να τολμήσει να τις επιβάλει. Κάθε Σαββατοκύριακο υπολογίζεται ότι το 10% των κρατήσεων γίνεται μέσω του site. Αν οι 100 θέσεις ενός μαγαζιού κλειστούν από το kleisetrapezi.gr, το μαγαζί θα έχει κοντά στα 1.000 άτομα». Eφέτος, με τις γιορτές πιο αμήχανες από ποτέ, χρειάζεται ένας συνδυασμός δύο πραγμάτων: ξεσπάσματος από μια όλο και πιο κουραστική καθημερινότητα και λογικής, προσαρμοσμένης σε περίοδο οικονομικής κρίσης. Με λίγα λόγια, το tabled’hote – ο γαλλικός όρος που έφθανε στα αφτιά πολλών ως double, δηλαδή ως διπλασιασμός των τιμών, αλλά στην πραγματικότητα σημαίνει στην κυριολεξία «το τραπέζι του οικοδεσπότη» και μεταφορικά υποδηλώνει τις φιξ χρεώσεις των μαγαζιών σε περιόδους μαζικής εξόδου – δεν θα κυριαρχήσει εφέτος. Ο Παναγιώτης Τζιώτης εξηγεί: «Η χρέωση θα είναι πολύ μικρότερη, θα υπάρχουν 10 με 20 ευρώ επιπλέον επιβάρυνση στις τιμές, αλλά κανείς δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει παραπάνω. Ούτε οι παραδοσιακοί άρχοντες».

Οι «άρχοντες» δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν. Στην τροφική αλυσίδα της μπερδεμένης ανθρωπογεωγραφίας των μαγαζιών ξεχωρίζουν. Οχι από τα ρούχα τους, από το ύφος τους. Ο Νίκος, από αυτούς που έχουν φιλοσοφήσει τη νύχτα και έχουν πουλήσει στιγμές παγωμένων χαμόγελων σε εκατοντάδες ανθρώπους, κατατάσσει τους πελάτες σε κατηγορίες: «Υπάρχουν οι άρχοντες, αυτοί που έρχονται με σκοπό να κάνουν “ζημιά”. Δεν είναι πάρα πολλοί και σίγουρα δεν είναι πάντα πλούσιοι. Απλώς για συγκεκριμένους λόγους, είτε επίδειξης, είτε κεφιού, είτε καημού, αφήνουν πάρα πολλά χρήματα στο μαγαζί. Πλέον είναι όλο και λιγότεροι. Μετά είναι τα ζευγάρια, συνήθως ήσυχοι πελάτες, οι οικογένειες, ακόμη και με μικρά παιδιά, και οι φοιτητές. Λόγω κρίσης είναι όλο και περισσότεροι». Πλέον οι φοιτητές είναι η ευκαιρία για σίγουρο χρήμα στους καιρούς της κρίσης. Κλείνουν μαζικά τα μαγαζιά για χοροεσπερίδες, συνήθως φοιτητικών παρατάξεων και, με ένα οικονομικό πακέτο, εξασφαλίζουν εκτόνωση στους ίδιους και σίγουρα – αν και λιγότερα – χρήματα στο μαγαζί.

Ο λόγος για τον οποίο συμβαίνουν όλα σίγουρα δεν είναι μόνο η μουσική. Είναι το ένστικτο, το πάθος, η απόγνωση, αλλά και το μεράκι. Η Νάντια Πατέρα, τραγουδίστρια εδώ και δέκα χρόνια σε νυχτερινά μαγαζιά και το πρωί καθηγήτρια, εξηγεί τη διπλή ζωή της. «Δεν ζω από το τραγούδι. Η βασική δουλειά μου είναι καθηγήτρια. Ξέρω αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και αυτήν την εποχή μαθαίνω κινεζικά. Δεν είμαι η μοναδική τραγουδίστρια που έχει ανώτερη μόρφωση. Αλλά με μαγεύουν η πίστα, η διαδικασία της νύχτας, τα καμαρίνια, το τραγούδι. Το μεράκι». Στο σχολείο στο οποίο δουλεύει η Νάντια αποφεύγει να λέει ότι είναι τραγουδίστρια: «Τα στερεότυπα και τα κλισέ δεν μας βοηθούν. Οι περισσότεροι μας θεωρούν χαμηλού επιπέδου, έχουν μείνει στην εποχή που η τραγουδίστρια θεωρούνταν ελευθέρων ηθών».

 Οι ιστορίες της νύχτας είναι αμέτρητες. Και η θέση της πίστας προνομιακή για να τις παρακολουθεί κανείς: «Την ώρα που τραγουδάω βλέπω ζευγάρια να μαλώνουν γιατί ο άνδρας κρυφοκοίταξε ένα ντεκολτέ. Βαρύμαγκες να παραπατάνε από συνδυασμό αλκοόλ και ζεϊμπέκικου. Χαστούκια, έρωτες, χωρισμοί, παρέες που θέλουν μόνο να εκτονωθούν, και όλα αυτά με υπόκρουση τη φωνή μου. Αυτό δεν το αλλάζω με τίποτε».

Σε μια πρόχειρη αποτίμηση, τα μπουζούκια μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες. Τις μεγάλες πίστες, εκεί όπου εμφανίζονται η Βίσση, ο Ρουβάς, ο Πλούταρχος. Δεν μοιάζουν με τα παραδοσιακά μαγαζιά, είναι τόσο αποστειρωμένα στην είσοδό τους όσο ένα αεροδρόμιο, ξεχειλίζουν από πολυτέλεια, ίσως και σε υπερβολικό βαθμό, και μόνο αργά το βράδυ αφήνουν τη λαμπερή επιφάνεια για τα πραγματικά πάθη. Υπάρχουν τα μικρότερα μαγαζιά, όπως ήταν παλαιότερα το LaNotte, εκεί όπου πρέπει να κατέβεις σκάλες τυλιγμένες στη βρώμικη μοκέτα για να φτάσεις στο σημείο του «ναού» όπου συντελείται η ιεροτελεστία. Και υπάρχουν και τα επαρχιακά μαγαζιά, αυτά της «Εθνικής οδού», που περιβάλλονται από έναν μύθο υπερβολής που περιέγραψε η ταινία «Αυτή η νύχτα μένει», ίσως τα τελευταία απομεινάρια μιας αυθεντικής βαλκανικής διασκέδασης χωρίς όρια.

«Τα μπουζούκια μοιάζουν με την οικοδομή» λέει ο Γιώργος, για χρόνια μετρ της νύχτας. «Οχι σε θέμα αισθητικής, σαν οικονομία. Οπως στην οικοδομή δεν υπάρχουν χρήματα και ένα σωρό επαγγέλματα αργοπεθαίνουν, έτσι και στα μπουζούκια. Παλιά απασχολούνταν σε αυτά δεκάδες άνθρωποι. Από ακριβοπληρωμένες λουλουδούδες, μέχρι κοπέλες στην γκαρνταρόμπα, τραγουδιστές, σερβιτόρους, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Πλέον η “οικοδομή” κατάρρευσε και κρατιέται από την ύστατη ανάγκη του ανθρώπου να ξεσπάσει».
Ολόκληρο το οικοδόμημα παλιά στηριζόταν στη διασκέδαση. Μετά, στην επίδειξη, σε μαγαζιά που έμοιαζαν με αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, έχοντας παρκαρισμένα αυτοκίνητα που κόστιζαν συνολικά όσο το ΑΕΠ αναπτυσσόμενων χωρών. Και στο τέλος κατέληξαν σε μια περιορισμένη, πιο οικονομική αλλά αναγκαία μορφή διασκέδασης. Αν και, την ώρα που δυναμώνει η μουσική, όταν βγαίνει το πρώτο όνομα, δεν είναι μόνο διασκέδαση αυτή που κυριαρχεί. Είναι μια σεξουαλική ένταση, ντυμένη με στίχους, ένα αρχέγονο ξέσπασμα συναισθημάτων. Για αυτά γίνονται όλα. Το είπε και ο τραγουδιστής, σε ένα παραπονεμένο τραγούδι για το συναίσθημα. Η επόμενη στροφή του στίχου ασφαλώς κατέληγε στη λέξη «αίσθημα». Στοιχειώδες.

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 533, σελ. 32-37, 02/01/2011.



Πηγή: tovima.gr

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Του καιρού...

Θεσσαλονίκη

BlogUp Us!

Follow by Email

Follow my blog with bloglovin